Ζώα υπό εξαφάνιση(νέο)

 

ζώα  υπό  εξαφάνιση

ΧΑΡΗΣ-ΛΑΖΑΡΟΣ

ΜΟΝΑΧΟΥΣ-ΜΟΝΑΧΟΥΣ

Η Μεσογειακή φώκια, Μονάχους μονάχους , (Monachus monachus), είναι ένα από τα    τρία είδη του γένους Μονάχους και ένα από τα μεγαλύτερα είδη της οικογένειας Phocidae. Το μήκος των ενήλικων ζώων κυμαίνεται μεταξύ 2.0 – 2.4 μέτρα, ενώ το βάρος τους υπολογίζεται ότι φθάνει τα 200-300 κιλά. Το εύρος της αναπαραγωγικής περιόδου φαίνεται ότι διαφέρει ανάλογα με το γεωγραφικό πλάτος και τις ιδιαίτερες κλιματολογικές συνθήκες όπου βρίσκονται οι πληθυσμοί. Στην Δυτική Σαχάρα τα μικρά της Μεσογειακής φώκιας γεννιούνται σε όλη τη διάρκεια του χρόνου, ενώ στην Ελλάδα η αναπαραγωγική περίοδος περιορίζεται από τον Αύγουστο μέχρι τον Δεκέμβριο, με τον μεγαλύτερο αριθμό γεννήσεων να καταγράφεται τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο.

 ΚΑΡΕΤΑ-ΚΑΡΕΤΑ

Η χελώνα είναι ερπετό. Ανήκει στην αρτίγονη τάξη της πρωτόγονης υφομοταξίας αναψιδωτά. Χαρακτηριστικό τους ο οστέινος θώρακας (Χέλυο) για να προστατεύεται, την σαρκώδη γλώσσα και την απουσία δοντιών. Υπάρχουν χερσαίες, θαλάσσιες και αμφίβιες χελώνες. Ζουν και σε εύκρατα και σε τροπικά κλίματα. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των χελωνών είναι το καβούκι τους, το οποίο προστατεύει το σώμα τους.Οι χελώνες αναπαράγονται κατά την καλοκαιρινή περίοδο. Γεννούν αυγά τα οποία αφήνουν σε τρύπες τις οποίες σκάβουν. Οι χελώνες στη συνέχεια δεν έχουν καμιά σχέση με τα μικρά τους, τα οποία μεγαλώνουν μόνα τους. Οι χερσαίες χελώνες ζουν αποκλειστικά στην ξηρά και υπάρχουν σήμερα περίπου 50 είδη. Τρέφονται κυρίως με φυτά αλλά θεωρείται παμφάγο ζώο. Του χειμερινούς μήνες οι χελώνες πέφτουν σε χειμέρια νάρκη και η γονιμοποιήση τους γίνεται τους θερινούς μήνες, γεννώντας από 2 ως 12 αυγά.Τα άκρα τους είναι σαν πτερύγια και ο θώρακας τους πολύ πεπλατυσμένος. Τρέφονται με θαλάσσια φυτά και ασπόνδυλα. Η γονιμοποίησή τους γίνεται τους θερινούς μήνες και γεννούν περισσότερα αυγά από τις χερσαίες και η απόθεσή τους γίνεται τμηματικά. Σκάβει στην άμμο των παραλιών και εναποθέτει μέσα στην λακκούβα 100-120 αυγά κατά τη διάρκεια της νύκτας, η θερμότητα του ήλιου βοηθά στην εκκόλαψη των αυγών. Τα αυγά έχουν το μέγεθος μιας μπάλας του πινγκ πονγκ και παραμένουν στην φωλιά για 50-60 ημέρες.Οι δερματοχελώνες είναι οι μεγαλύτερες θαλάσσιες χελώνες, με μήκος που μπορεί να φτάσει τα 2,50 μέτρα και με βάρος που ξεπερνά τα 500 κιλά και θεωρείται περισσότερο απειλούμενο είδος από την καρέτα-καρέτα.

ΛΥΚΟΣ

Ο Λύκος (Canis lupus) είναι θηλαστικό της τάξης των Σαρκοφάγων (Carnivora). Έχει κοινή καταγωγή με τον σκύλο (Canis lupus familiaris)[1] και θεωρείται πρόγονος όλων των ειδών σκύλων που υπάρχουν σήμερα. Οι λύκοι ήταν κάποτε άφθονοι και κατοικούσαν στη Βόρεια Αμερική, την Ευρασία και τη Μέση Ανατολή. Σήμερα, για διάφορους λόγους που έχουν να κάνουν με την εξάπλωση και τη δραστηριότητα του ανθρώπου, που συνεπάγεται την καταστροφή των τόπων διαβίωσης των λύκων αλλά και το εκτεταμένο κυνήγι τους, οι λύκοι υπάρχουν μόνο σε ένα πολύ μικρό κομμάτι της προηγούμενης ζώνης εξάπλωσής τους. Όντας είδος κλειδί (keystone species) αποτελεί συστατικό του οικοσυστήματος, στο οποίο τυπικά ανήκει. Η μεγάλη ποικιλία ενδιαιτημάτων τα οποία χρησιμοποιούν οι λύκοι υποδεικνύει την προσαρμοστικότητά τους ως είδος και περιλαμβάνει δάση, βουνά, τούνδρες, τάιγκες και λιβάδια. Αναφέρονται ως απειλούμενο είδος εξαιτίας της δραστικής μείωσης του πληθυσμού του σε διάφορες περιοχές του κόσμου. Ο λύκος φέρει αρκετά από τα ανατομικά χαρακτηριστικά του σκύλου. Ο λαιμός του ωστόσο είναι μεγαλύτερος ως προς την περιφέρεια και περισσότερο δυσκίνητος. Το κρανίο του είναι μεγάλο σε σχέση με το υπόλοιπο σώμα του και διαθέτει συνολικά 42 δόντια με χαρακτηριστικούς μεγάλους κυνόδοντες. Το μήκος ενός μέσου αντιπροσώπου του είδους κυμαίνεται από 1 - 1,50 m και το ύψος του 65 - 90 cm, με αντίστοιχο βάρος 30 - 50 κιλά. Το τρίχωμά του έχει φαιά απόχρωση κατά τη διάρκεια του χειμώνα και φαιοκίτρινη το καλοκαίρι. Η κατασκευή του λύκου, ψηλά πόδια, φαρδύ πέλμα του επιτρέπουν να περπατά με άνεση στο χιόνι. Ως θηρευτικό είδος διανύει μεγάλες αποστάσεις σε αναζήτηση της τροφής του και μπορεί να αναπτύξει ταχύτητα 40 - 50 km/h.

ΛΕΥΚΗ ΤΙΓΡΗΣ

Η λευκή τίγρη είναι ζώο επίσης σαρκοφάγο, αιμοβόρο, ρωμαλέο και πανούργο. Χωρίζεται σε διάφορες υποκατηγορίες, ανάλογα με τον βιότοπο της. Κάποιες απ’ αυτές είναι : Βεγγάλης(λευκή και ερυθροκίτρινη), Σιβηρίας, Σουμάτρας κτλ. Το μήκος της κυμαίνεται από 2,50μ έως 3,00μ, ενώ η θηλύκια είναι 30-40εκ μικρότερη. Το ύψος της φτάνει το 1,00μ και ζυγίζει περίπου 200 κιλά, έτσι είναι μεγαλύτερη απ’ όλα τα άλλα αιλουροειδή. Το δέρμα της είναι καλυμμένο από κοντές και λείες τρίχες, με ερυθροκίτρινο χρώμα στην ράχη με μαύρες κάθετες ραβδώσεις στα πλάγια, και λευκό τρίχωμα από κάτω. Η τίγρη της Σιβηρίας έχει πιο πυκνό και μακρύ τρίχωμα για να προστατεύεται από το κρύο. Το κεφάλι της στρογγυλεμένο σαν της γάτας και τα μάτια της κίτρινα με μαύρες κόρες που διαστέλλονται ή συστέλλονται ανάλογα με το φως που υπάρχει στο περιβάλλον. Οι κόγχες των αυτιών της είναι μικρές αλλά η ακοή της πολύ καλή, έτσι ώστε να μην της ξεφεύγει ούτε το παραμικρό θρόισμα των φύλλων ή σπάσιμο ενός κλαδιού. Τα μουστάκια της είναι μακριά και γυρίζουν προς τα μπροστά και λειτουργούν ως όργανα αφής. Τα ρουθούνια της είναι πάντοτε υγρά και αυτό μαρτυρεί την καλή όσφρηση του ζώου. Το στόμα της εφοδιασμένο με μεγάλα και γέρα δόντια καθώς και με δυνατά σαγόνια, ικανά να τσακίσουν κοκάλα, αλλά ταυτόχρονα τόσο απαλά ώστε να μπορούν οι τίγρεις να κουβαλήσουν τα μικρά τους με το στόμα. Όλες, λοιπόν, οι αισθήσεις της τίγρης είναι ανεπτυγμένες και χρησιμοποιούνται ως μέσα αναζήτησης της τροφής της. Τα πόδια της είναι χοντρά και δυνατά γι’ αυτό και μπορεί να διανύσει μεγάλες αποστάσεις χωρίς να κουράζεται. Τα μπροστινά ποδιά έχουν 5 δάχτυλα και τα πισινά 4. Τα δάχτυλα είναι εξοπλισμένα με δυνατά και γαμψά νύχια τα οποία κρύβονται στο δέρμα όταν βαδίζει. Τα πέλματα της έχουν μαλακά τυλώματα με πυκνή τρίχωση. Έτσι ,αν και 200 κιλά, βαδίζει αθόρυβα χωρίς να γίνεται αντιληπτή από το θήραμά της. Η σπονδυλική της στήλη μπορεί να κυρτώνεται και να λυγίζει σαν λάστιχο. Όλες οι κινήσεις της είναι χαριτωμένες, γρήγορες και επιδέξιες. Μετακινείται ανάμεσα σε θάμνους χωρίς να πληγώνεται, κινείται γρήγορα, κολυμπά έξοχα και κάνει μεγάλα άλματα ενώ, αντίθετα με άλλα αιλουροειδή, σπάνια σκαρφαλώνει σε δέντρα.  Η τίγρη κατοικεί σε καλαμιώνες ή θαμνόφυτες εκτάσεις, που βρίσκονται κοντά σε ποτάμια και σε πυκνά δάση με ψηλά δέντρα. Σε αυτές τις περιοχές αναζητά την τροφή της, χωρίς να την προδίδει το έντονο της χρώμα. Αντίθετα ο χρωματισμός της ταιριάζει με τα πράσινα και κίτρινα φύλλα και έτσι έχει ένα τέλειο καμουφλάζ μέρα και νύχτα. Η τίγρη κυνηγάει όλα τα ζώα εκτός από τον ελέφαντα, τον ρινόκερο και τα αγριοβούβαλα , με τα οποία δεν μπορεί να αναμετρηθεί και έτσι τα αποφεύγει. Όλα τα άλλα ζώα, μικρά και μεγάλα, αποτελούν θύματά της. Δεν περιφρονεί όμως και τα ψάρια, τις χελώνες, τους βατράχους, τις σαύρες, τους κροκόδειλους, ακόμα και τις μικρές ακρίδες. Ωστόσο αντέχει πολύ στην πείνα και στην δίψα. Η τίγρη συνήθως ζει σε ζευγάρια ή σε ομάδες των 3-4 ατόμων. Όμως κυνηγάει πάντα μόνη της. Την τροφή της την αναζητάει όλες τις ώρες της ημέρας, αλλά προτιμάει να κυνηγάει κατά τη δύση του ηλίου, που τα φυτοφάγα ζώα πηγαίνουν στα ποτάμια για νερό. Κρύβεται μέσα σε καλαμιώνες και θάμνους και παραμονεύει. Μόλις κάποιο ζώο πλησιάσει κοντά της κυρτώνει τη ράχη της σαν τόξο και πηδάει στη ράχη του ζώου και καρφώνει τα δόντια της στο λαιμό του, σπάζοντας με τινάγματα τους σπόνδυλους του και αναποδογυρίζοντας το θανατώνει αμέσως. Όμως η ενέδρα δεν είναι πάντα αποδοτική, έτσι η τίγρη διασχίζει τεράστιες εκτάσεις εκατοντάδων χιλιομέτρων ψάχνοντας για θηράματα. Μόλις τα εντοπίσει τα πλησιάζει από την αντίθετη φορά του ανέμου έτσι ώστε να μη μπορεί να την οσφρηστεί το θήραμα της . Σε κάθε γεύμα τρώει περίπου 30 κιλά κρέας. Μετά πίνει νερό και κοιμάται. Σαν αιμοβόρο ζώο που είναι, ακόμα και όταν δεν πεινάει σκοτώνει ζώα μόνο και μόνο για να δει το αίμα να τρέχει από τις πληγές τους. Όταν γεράσει και δεν μπορεί να κυνηγήσει πηγαίνει στα κοντινά χωριά και αρπάζει κατοικίδια ζώα, κότες πρόβατα και άλλα.  Τον άνθρωπο δεν τον φοβάται, έτσι επιτίθεται εναντίον του σαν κοινό θήραμα όταν είναι άοπλος. Υπάρχουν τοποθεσίες στις Ινδίες και στην Βιρμανία που έχουν κάθε χρόνο πολλά θύματα απ’ αυτήν. Σε αυτή την περίπτωση οργανώνεται ομαδικό κυνήγι για την εξόντωση της, πράγμα πολύ δύσκολο γιατί είναι πανούργο ζώο και παγιδεύεται δύσκολα. Παλαιότερα οι κυνηγοί ήταν "έφιπποι" πάνω σε ελέφαντες. Τώρα γίνεται με την βοήθεια σκύλων. Οι σκύλοι ανιχνεύουν την τίγρη, την κυκλώνουν και ένας κυνηγός την πυροβολεί. Αν δεν σκοτωθεί με τον πρώτο πυροβολισμό ο κυνηγός κινδυνεύει. Η τίγρη, αν και πληγωμένη, τρέχει προς τον κυνηγό και του επιτίθεται με μανία. Άλλοτε οι κυνηγοί χρησιμοποιούν δηλητηριασμένο κρέας, το οποίο η τίγρη ανακαλύπτει, το τρώει και θανατώνεται.  

Η θηλύκια γεννά μια φορά το χρόνο, την άνοιξη, 2-3 μικρά τα οποία μεγαλώνουν μαζί της για 12 μήνες. Όταν όμως βγαίνει απ’ τη φωλιά για την τροφή τους αυτά μένουν μόνα τους και καμία φορά τα βρίσκουν κυνηγοί και τα παίρνουν για να εξημερώσουν. Όταν αυτά έχουν μεγαλώσει αρκετά τότε τα πουλάνε σε θηριοτροφεία και σε ζωολογικούς κήπους. Σε ηλικία 4 μηνών έχουν αποκτήσει αρκετό ανάστημα και δύναμη και τότε η μάνα τα εκπαιδεύει. Τα προστατεύει με αγριότητα, ακόμα και από τον αρσενικό που καμία φορά τα πνίγει.

 

Πηγή

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9B%CF%8D%CE%BA%CE%BF%CF%82